Ιστορία του Φουγάρου

Ιστορία του Φουγάρου

Η ιστορία ξεκίνησε στην Ασίνη στα μέσα του 19ου αιώνα με μία βιοτεχνία – προβιομηχανικής τεχνολογίας – κατασκευής τοματοπολτού με ιδρυτή τον Ηλία Μηναίο, γυιό του πρεσβυτέρου του χωριού, παπα-Γιώργη.

Η περιοχή της Ασίνης την εποχή αυτή βρεχόταν από τρεις χειμάρρους, ιδανική για καλλιέργεια και παραγωγή τομάτας, λόγω των εύφορων προσχώσεων. (Την ίδια εποχή με τον Μηναίο ξεκίνησαν και οι «Παπαντώνηδες» στην Ασίνη τη δική τους βιοτεχνία, την μετέπειτα βιομηχανία «Κύκνος», καθώς και άλλες παρόμοιες στον αργολικό κάμπο.)

Μετά το θάνατο του Ηλία Μηναίου, τα ηνία της επιχείρησης αναλαμβάνει ο Κωστής. Ο μεγάλος γυιος του Ηλία, Γεώργιος Μηναίος, ευκατάστατος δικηγόρος του Ναυπλίου, ενισχύει συνεχώς την οικογενειακή επιχείρηση και την πολυπληθή οικογένεια στην Ασίνη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, οι μικρές βιοτεχνίες μετατρέπονται σιγά-σιγά σε εργοστάσια που εγκαθίστανται στα προάστια του Ναυπλίου για το απαραίτητο εργατικό δυναμικό.

Η μικρή οικογενειακή επιχείρηση Μηναίου απειλείται από τον ανταγωνισμό. Τότε ο Γεώργιος Μηναίος πείθει τον γαμπρό του, Νίκο Σκιαδά, χημικό μηχανικό του ΕΜΠ, γόνο αργολικής οικογένειας επιχειρηματιών εγκαταστημένων στο Κάιρο της Αιγύπτου, να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο εργοστάσιο κατασκευής κονσερβών (τεχνολογία αιχμής της εποχής).

Έτσι, το 1936 ιδρύεται Ανώνυμη εταιρεία, στην οποία συμμετέχει και το μικρό εργοστάσιο της Ασίνης με ποσοστό 10%. Παράλληλα αρχίζουν το 1937 να χτίζονται οι εγκαταστάσεις του εργοστασίου της Ασκληπιού που στεγάζουν σήμερα το Φουγάρο. Το 1938 ξεκινά η λειτουργία του εργοστασίου με την αρχική του επωνυμία για λόγους αναγνωρισιμότητας ως βιομηχανία κονσερβών «Μηναίος Α.Ε.». Έχει αρχικά εξαιρετική απόδοση και το 1939 βραβεύεται με το μέγα Βραβείο στην 7η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Στο μεταξύ όμως τους βρίσκει ο Β Παγκόσμιος πόλεμος, το εργοστάσιο επιτάσσεται από τη Wermacht για να κατασκευάζει προϊόντα για το γερμανικό στρατό. Μετά το τέλος του πολέμου, μετονομάζεται σε Γεωργική Βιομηχανία Κονσερβών «ο Ανθός», με την οποία γίνεται πλέον γνωστό το εργοστάσιο στη μεταπολεμική Ελλάδα, για να σταματήσει οριστικά τη λειτουργία του το 1957. Στη δεκαετία του ’60 ο χώρος μετά από αλλεπάλληλες δίκες περνά στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας, για να αγοραστεί εν τέλει το 1997 από τη σημερινή ιδιοκτησία.

Από το 1957 έως το 1997 και αφού αποψιλώνεται από τις μηχανικές του εγκαταστάσεις, στεγάζει διάφορα συνεργεία, σιδηρουργεία, μικροτεχνίες κλπ. Κρίνοντας ότι πρόκειται περί ιστορικής σημασίας βιομηχανικό συγκρότημα, η νέα ιδιοκτησία φρόντισε να χαρακτηριστεί διατηρητέο από την Πολιτεία το 2004. Η ανάπλαση του παλαιού εργοστασίου ξεκίνησε το 2002 και παραμένει ένα έργο σε εξέλιξη…

ΥΓ. Το 2010, έγινε 200 χρονών η κονσέρβα, το μεταλλικό κουτί που μπορεί να διατηρεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ευπαθή προϊόντα σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας Ντόιτσε Βέλε («ΝΒ»). Το έναυσμα για την εφεύρεση της κονσέρβας δόθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα. Εκείνη την περίοδο, ο Ναπολέων Βοναπάρτης υποσχέθηκε ένα τεράστιο ποσό σε όποιον έβρισκε τρόπο να διατηρούνται τα τρόφιμα προκειμένου να μην πεθαίνουν από δηλητηριάσεις οι στρατιώτες του. Πράγματι, βρέθηκε ο Νικολά Απέρ, ένας Παριζιάνος μάγειρας, που κατάφερε με υπερθέρμανση των τροφίμων και αεροστεγή γυάλινη συσκευασία να τα διατηρήσει για πρώτη φορά, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ωστόσο η ευρεσιτεχνία αυτή, είχε ένα αδύνατο σημείο: το γυαλί δεν άντεχε στις μεταφορές και στους πολλούς κραδασμούς κι έσπαγε. Τελικά, ένας Άγγλος έμπορος, ο Πίτερ Ντιούραντ κατασκεύασε την πρώτη κονσέρβα, πριν από 200 χρόνια. Όσο για το ανοιχτήρι για τις κονσέρβες, αυτό επινοήθηκε 45 χρόνια αργότερα.